Σοκαριστικές εξελίξεις καταγράφονται στην υπόθεση της Σταυρούλας Λεβεντάκη, καθώς σύμφωνα με το ρεπορτάζ οι έρευνες των αρχών οδήγησαν στον εντοπισμό της σορού της, σε χωράφι στην Κρήτη, με τις συνθήκες του θανάτου της να παραπέμπουν σε εγκληματική ενέργεια.
Όπως αναφέρεται, η γυναίκα βρέθηκε δεμένη και φιμωμένη, ενώ εξετάζονται όλα τα στοιχεία που δείχνουν ότι ο δράστης προσπάθησε να αποκρύψει το έγκλημα. Στο μικροσκόπιο των αρχών είχε μπει από την πρώτη στιγμή ο τελευταίος άνθρωπος που φέρεται να είχε επαφή μαζί της, ο ενοικιαστής του σπιτιού όπου διέμενε.
Σημαντικό ρόλο στην έρευνα φαίνεται να παίζει και οπτικό υλικό από κάμερες ασφαλείας, το οποίο –σύμφωνα με τις πληροφορίες– εξετάζεται για να διαπιστωθούν οι τελευταίες κινήσεις του θύματος αλλά και πιθανές αντιφάσεις στις καταθέσεις.
Η σορός της Σταυρούλας Λεβεντάκη βρέθηκε σε κατάσταση προχωρημένης σήψης, ενώ ήταν δεμένη με tie wrap στα πόδια και στα χέρια, είχε μονωτική ταινία στο στόμα της περασμένη 6-7 φορές ενώ έφερε και δύο μαχαιριές στο στήθος.
Ο ενοικιαστής είχε μεταφέρει τη σορό της άτυχης γυναίκας με το αυτοκίνητό του 5 χιλιόμετρα μακριά από το σπίτι, θάβοντάς την σε ένα χωράφι στην περιοχή Βατόλακκα Χανίων. Σύμφωνα με τις πληροφορίες μάλιστα, η σορός φέρεται να μεταφέρθηκε την επόμενη ημέρα της δολοφονίας.
Η Σταυρούλα φαίνεται σε βίντεο να μπαίνει στη μοιραία μονοκατοικία
Ο ενοικιαστής από την πρώτη στιγμή είχε προσπαθήσει να «δείξει» ως υπεύθυνο της εξαφάνισης τον αδερφό της Σταυρούλας Λεβεντάκη, αναφέροντας ότι τα δύο αδέρφια είχαν διαφορές και συχνά τσακώνοντας για τα περιουσιακά τους.
Η 45χρονη, έξω από το σπίτι που νοίκιαζε στον 43χρονο είχε τοποθετήσει κάμερες ασφαλείας, τις οποίες οι αρχές «ξήλωσαν» και έψαξαν για περισσότερα στοιχεία.
Ωστόσο, ο ενοικιαστής είχε αναφέρει ότι συνήθιζε να σβήνει το βιντεοληπτικό υλικό από τις συγκεκριμένες κάμερες ασφαλείας. Όμως, σύμφωνα με πληροφορίες, υπάρχει βιντεοληπτικό υλικό από τις 30 Μαΐου, που ουσιαστικά δείχνει τη γυναίκα να μπαίνει στο σπίτι και να μην βγαίνει ποτέ από αυτό. Τα πλάνα είχε προλάβει να τα διαγράψει ο δράστης και χρειάστηκε να γίνει διαδικασία ανάκτησης από τις αρχές.
Η εξαφάνιση
Στις 30 Μαΐου 2026, η Σταυρούλα Λεβεντάκη πέρασε από το πατρικό της στο Βαρύπετρο Χανίων. Στη συνέχεια έφυγε από το πατρικό της και συναντήθηκε με έναν εργάτη της, τον οποίο πλήρωσε για δουλειές που έκανε σε χωράφι της.
Στη συνέχεια η γυναίκα πέρασε από το σπίτι του 43χρονου ενοικιαστή και όπως ανέφεραν μάρτυρες την είδαν δει να κατευθύνεται προς την στάση του αστικού λεωφορείου με σκοπό να επιστρέψει στην πόλη των Χανίων, έχοντας σακούλες με αυγά στα χέρια.
Ωστόσο, όπως αποκαλύφθηκε η γυναίκα δεν βγήκε ποτέ από την μονοκατοικία του 43χρονου, τουλάχιστον ζωντανή. Το τηλέφωνό της έπαψε να εκπέμπει σήμα και απενεργοποιήθηκε στην ευρύτερη περιοχή της Αγιάς.
Έκτοτε, η γυναίκα δεν έφτασε ποτέ στον προορισμό της και δεν επικοινώνησε με κανέναν. Ως αποτέλεσμα, οι αρχές εστίασαν στον ενοικιαστή ο οποίος ήταν ο τελευταίος άνθρωπος που είδε και επικοινώνησε με την Σταυρούλα Λεβεντάκη, πριν χαθούν τα ίχνη της.
Ο 43χρονος έδωσε αρκετές φορές κατάθεση στις αρχές για την εξαφάνιση της 45χρονης, λέγοντας ότι εκείνη έφυγε από το σπίτι του για να πάει στα Χανιά εκείνη την μέρα.
Στις 19 Ιουνίου, οι αρχές αναζήτησαν εκ νέου τον 43χρονο στο σπίτι του, ωστόσο δεν τον εντόπισαν. Ο άνδρας έμεινε για αρκετές ώρες κρυμμένος, ενώ οι αρχές συνέχιζαν τις έρευνες στο σπίτι και στο χωράφι του. Εκεί εντόπισαν δενδρύλλια κάνναβης και αχνές κηλίδες αίματος, οι οποίες όπως έδειξαν τα αποτελέσματα εξετάσεων DNA, ανήκουν στην Σταυρούλα Λεβεντάκη. Οι κηλίδες βρέθηκαν στην σφουγγαρίστρα, την τηλεόραση αλλά και στο πάτωμα του σπιτιού του.
Οι αρχές τελικά εντόπισαν και συνέλαβαν τον ενοικιαστή για ναρκωτικά, συνέχιζαν ωστόσο να τον θεωρούν βασικό ύποπτο και για την εξαφάνιση της γυναίκας. Τελικά, ενώπιον του ανακριτή, ο 43χρονος δεν άντεξε την πίεση των αστυνομικών, «έσπασε» και αποκάλυψε πως τραυμάτισε θανάσιμα με μαχαίρι την γυναίκα και στη συνέχεια έβαλε την σορό της σε σακούλες για να την θάψει στο χωράφι.
Ο ενοικιαστής της Σταυρούλας Λεβεντάκη, ισχυρίστηκε πως δεν είχε σχεδιάσει τη δολοφονία της και προχώρησε στο έγκλημα μετά από καυγά που είχαν για το μοιραίο σπίτι στα Χανιά.
Ο 43χρονος φέρεται να είπε στους αστυνομικούς πως την χτύπησε θανάσιμα με αιχμηρό αντικείμενο για το σπίτι το οποίο νοίκιαζε. «Εγώ την σκότωσα, τσακωθήκαμε για το σπίτι, την έριξα κάτω και την τραυμάτισα με μαχαίρι», φέρεται να ήταν τα πρώτα του λόγια.
Οι αστυνομικοί που έχουν αναλάβει τις έρευνες για την υπόθεσή της, «βλέπουν» προσωπικά ή σεξουαλικά κίνητρα πίσω από το έγκλημα που έχει συνταράξει τα Χανιά.









