Γιατί χωρίζουμε τους αθλητές μας σε ταξικούς ήρωες και κακομαθημένα παιδιά;
Στην εποχή των social media, όπου η κοινή γνώμη διαμορφώνεται με την ταχύτητα ενός κλικ και την επιδερμικότητα ενός tweet, έχουμε αναπτύξει μια περίεργη, σχεδόν μανιχαϊστική τάση: να χωρίζουμε τους κορυφαίους αθλητές μας σε «άγιους» και «αμαρτωλούς». Το κριτήριο σπάνια είναι αθλητικό. Είναι βαθύτατα κοινωνικό, ενίοτε κομματικά φορτισμένο, γεμάτο από τις δικές μας προβολές, τα συμπλέγματα και τα απωθημένα μιας κερκίδας που ψάχνει μόνιμα εχθρούς και είδωλα.
Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της εγχώριας σχιζοφρένειας εντοπίζεται στον τρόπο που αντιμετωπίζουμε δύο παγκόσμια μεγέθη: τον Μίλτο Τεντόγλου και τον Στέφανο Τσιτσιπά. Δύο 28άρηδες στην κορυφή του πλανήτη, που στα μάτια της ψηφιακής Ελλάδας κουβαλούν εντελώς διαφορετικό ταξικό πρόσημο.
Το «άγιο» άλμα των δευτερολέπτων
Πάρτε για παράδειγμα τον Τεντόγλου. Ένα παιδί με πηγαίο ταλέντο, αφοπλιστική ειλικρίνεια και μια χαλαρότητα που μαγνητίζει. Τρέχει, πατάει τη βαλβίδα, ίπταται για μερικά δευτερόλεπτα και προσγειώνεται στο σκάμμα, μαζεύοντας χρυσά μετάλλια λες και είναι στραγάλια. Για μια μερίδα του κοινού —κυρίως εκείνη που βλέπει την κοινωνία μέσα από ένα πρίσμα λαϊκής αυθεντικότητας— τα χρήματα που κερδίζει είναι «άγια». Είναι τα λεφτά του τίμιου μόχθου, της μοναξιάς του στίβου, της πάλης με τη βαρύτητα.
Η απλότητα του χαρακτήρα του εργαλειοποιείται συχνά από μια συγκεκριμένη ιδεολογική μήτρα, προκειμένου να παρουσιαστεί ως το αντίδεο στη διαφθορά του εμπορευματοποιημένου αθλητισμού. Σε αυτή την ανάγνωση, ο Τεντόγλου είναι ο «δικός μας άνθρωπος», ο εργάτης του στίβου. Κάθε ευρώ του είναι δικαιολογημένο, απλώς επειδή η δημόσια εικόνα του δεν προκαλεί το λαϊκό αίσθημα.
Η «βαλίτσα» του αναθεματισμού
Και κάπου εδώ εμφανίζεται η αντίπερα όχθη. Ο Στέφανος Τσιτσιπάς. Ένας αθλητής που ζει με μια βαλίτσα στο χέρι 365 μέρες τον χρόνο, γυρίζοντας την υφήλιο από τουρνουά σε τουρνουά. Παίζει κάτω από αντίξοες συνθήκες, με την ψυχολογική πίεση να χτυπάει κόκκινο σε κάθε point. Το τένις είναι από τα πιο μοναχικά και ψυχοφθόρα σπορ: αν δεν παίξεις, δεν πληρώνεσαι· αν αποκλειστείς στον πρώτο γύρο, έχασες τα έξοδά σου.
Κι όμως, για ένα μεγάλο μέρος του ίδιου κοινού, τα χρήματα του Τσιτσιπά είναι… για βρίσιμο. Γιατί; Διότι δεν χωράει στο αφήγημα του «φτωχού πλην τίμιου» ήρωα. Το τένις κουβαλάει ακόμα τη ρετσινιά του «αθλήματος των ελίτ», οι δημόσιες τοποθετήσεις του κατά το παρελθόν υπήρξαν συχνά εκτός πραγματικότητας, και η οικονομική του άνεση προβάλλεται ως πρόκληση.
Έτσι, η τεράστια προσπάθεια ενός ανθρώπου που κρατιέται χρόνια στο Top-10 της παγκόσμιας ελίτ υποβιβάζεται με μια μονοκοντυλιά. Τα εκατομμύριά του δεν αντιμετωπίζονται ως προϊόν σκληρής αθλητικής εργασίας, αλλά ως ο προκλητικός πλούτος ενός κακομαθημένου παιδιού.
Εδώ ακριβώς κρύβεται η ουσία της αντίφασης: Εκθειάζουμε τα χρήματα που βγαίνουν σε μια στιγμή έκρηξης δευτερολέπτων στο σκάμμα, αλλά αναθεματίζουμε εκείνα που κερδίζονται μετά από ώρες σωματικής και πνευματικής φθοράς στα court της Μελβούρνης, του Παρισιού ή της Νέας Υόρκης.
Το «διπλό στάνταρ της κερκίδας»
Ως παρατηρητές αυτής της πραγματικότητας, οφείλουμε να είμαστε ειλικρινείς. Αυτός ο διαχωρισμός είναι βαθύτατα υποκριτικός.
Ο Μίλτος Τεντόγλου δεν είναι «άγιος» επειδή τον συμπαθεί μια συγκεκριμένη παράταξη. Είναι ένας κορυφαίος, αφοσιωμένος επαγγελματίας που εξαργυρώνει το γεγονός ότι είναι ο καλύτερος στον κόσμο σε αυτό που κάνει. Αντίστοιχα, ο Στέφανος Τσιτσιπάς δεν είναι ο αποδιοπομπαίος τράγος επειδή το τένις φέρνει μεγάλα έπαθλα, ούτε επειδή ο ίδιος δεν διαθέτει το λαϊκό προφίλ που θα επιθυμούσαν οι επικριτές του.
Το να κοστολογούμε τον ιδρώτα με βάση τις πολιτικές μας συμπάθειες ή το κοινωνικό στάτους ενός σπορ είναι μια φθηνή παγίδα. Η «βαλίτσα» του Τσιτσιπά και το «άλμα» του Τεντόγλου έχουν την ίδια ακριβώς αφετηρία: χιλιάδες ώρες προπόνησης, στερήσεις, τραυματισμούς και μια ζωή δοσμένη στον πρωταθλητισμό.
Τα υπόλοιπα είναι απλώς εγχώρια, μίζερη κατανάλωση για να έχουμε κάτι να χωριζόμαστε στα ψηφιακά καφενεία. Την ίδια ώρα, ευτυχώς, εκείνοι συνεχίζουν να γράφουν ιστορία στα παγκόσμια τερέν. Ο καθένας με τον τρόπο του, αλλά και οι δύο με τον ίδιο ακριβώς κόπο.