Η εμφάνιση νέων κρουσμάτων ευλογιάς αιγοπροβάτων σε περιοχές της Ηλεία και της Αιτωλοακαρνανία επαναφέρει στο προσκήνιο ένα σοβαρό ζήτημα για τον πρωτογενή τομέα. Η ασθένεια, που πλήττει κυρίως πρόβατα και κατσίκες, προκαλεί σημαντικές οικονομικές απώλειες και απαιτεί άμεση κινητοποίηση των αρμόδιων αρχών και των κτηνοτρόφων.
Η εμφάνιση νέων κρουσμάτων ευλογιάς αιγοπροβάτων στη Δυτική Ελλάδα υπογραμμίζει την ευαλωτότητα του πρωτογενούς τομέα απέναντι σε ζωονόσους.
Η αποτελεσματική διαχείριση της κατάστασης απαιτεί:
- Άμεση εφαρμογή μέτρων βιοασφάλειας στις εκτροφές
- Συνεχή επιτήρηση και έγκαιρη διάγνωση των κρουσμάτων
- Στήριξη των κτηνοτρόφων από την πολιτεία
- Συντονισμό σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο
Η ευλογιά αιγοπροβάτων είναι μια ιδιαίτερα μεταδοτική ιογενής νόσος, η οποία εξαπλώνεται ταχύτατα σε εκτροφές εάν δεν ληφθούν έγκαιρα μέτρα περιορισμού. Αν και δεν μεταδίδεται στον άνθρωπο, οι επιπτώσεις της στην αγροτική οικονομία είναι ιδιαίτερα σοβαρές, καθώς οδηγεί συχνά σε υποχρεωτική θανάτωση ζώων και περιορισμούς στις μετακινήσεις κοπαδιών.
Οι αρμόδιες κτηνιατρικές υπηρεσίες έχουν ήδη θέσει σε εφαρμογή πρωτόκολλα ελέγχου, που περιλαμβάνουν ζώνες επιτήρησης, απαγόρευση μετακίνησης ζώων και εντατικούς ελέγχους στις εκτροφές. Παράλληλα, συστήνεται στους παραγωγούς να τηρούν αυστηρά μέτρα βιοασφάλειας, όπως η απολύμανση εξοπλισμού και ο περιορισμός της πρόσβασης τρίτων στους χώρους εκτροφής.
Η επανεμφάνιση της νόσου σε περιοχές της Δυτικής Ελλάδας δεν είναι μεμονωμένο φαινόμενο. Τα τελευταία χρόνια, η ευλογιά αιγοπροβάτων έχει καταγραφεί σε διάφορες ευρωπαϊκές χώρες, γεγονός που ενισχύει την ανάγκη για διασυνοριακή συνεργασία και συντονισμό των μέτρων πρόληψης.
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί το γεγονός ότι η εξάπλωση της νόσου μπορεί να επηρεάσει όχι μόνο την τοπική παραγωγή, αλλά και τις εξαγωγές ζωικών προϊόντων. Η απώλεια εμπιστοσύνης στις αγορές και οι περιορισμοί στο εμπόριο ενδέχεται να επιβαρύνουν περαιτέρω έναν ήδη πιεσμένο κλάδο.
Σε αυτό το πλαίσιο, η έγκαιρη ενημέρωση και η συνεργασία μεταξύ κτηνοτρόφων και αρχών αποτελούν καθοριστικούς παράγοντες για τον περιορισμό της εξάπλωσης. Η εμπειρία δείχνει ότι η καθυστέρηση στην αναγνώριση και αντιμετώπιση των κρουσμάτων μπορεί να οδηγήσει σε ανεξέλεγκτες καταστάσεις.
Παράλληλα, η πολιτεία καλείται να στηρίξει οικονομικά τους πληγέντες παραγωγούς, καθώς οι συνέπειες της νόσου δεν περιορίζονται στην απώλεια ζώων, αλλά επεκτείνονται στο σύνολο της αγροτικής δραστηριότητας.











