Σημαντικές αλλαγές για τους επενδυτές κρυπτονομισμάτων προωθεί το υπουργείο Οικονομικών, το οποίο ετοιμάζει νέο νομοθετικό πλαίσιο που θα προβλέπει για πρώτη φορά σαφή φορολογική αντιμετώπιση των κερδών από ψηφιακά περιουσιακά στοιχεία. Βασικός άξονας των ρυθμίσεων είναι η επιβολή φόρου 15% στις υπεραξίες που προκύπτουν από την πώληση κρυπτονομισμάτων.
Σύμφωνα με τον σχεδιασμό, τα κρυπτονομίσματα θα αντιμετωπίζονται ως επενδυτικά προϊόντα και η φορολόγηση θα ενεργοποιείται κατά τη ρευστοποίηση των επενδύσεων, δηλαδή όταν ο επενδυτής προχωρά σε πώληση και προκύπτει κέρδος. Παράλληλα, θα θεσπιστούν συγκεκριμένοι κανόνες για τον υπολογισμό της υπεραξίας και τη δήλωση των σχετικών εισοδημάτων στις φορολογικές δηλώσεις.
Το νέο πλαίσιο δεν περιορίζεται μόνο στη φορολόγηση. Προβλέπει επίσης ενισχυμένους μηχανισμούς ελέγχου και διασταύρωσης στοιχείων, δίνοντας στην ΑΑΔΕ τη δυνατότητα να παρακολουθεί αποτελεσματικότερα τις συναλλαγές που πραγματοποιούνται μέσω πλατφορμών κρυπτονομισμάτων.
Καθοριστικό ρόλο αναμένεται να διαδραματίσει η διεθνής ανταλλαγή πληροφοριών μέσω του πλαισίου CARF του ΟΟΣΑ και των ευρωπαϊκών κανόνων διαφάνειας, που επιτρέπουν στις φορολογικές αρχές να λαμβάνουν στοιχεία για συναλλαγές και επενδυτική δραστηριότητα ακόμη και σε πλατφόρμες του εξωτερικού.
Οι νέες ρυθμίσεις φιλοδοξούν να καλύψουν το κενό που υπήρχε μέχρι σήμερα στη φορολογική μεταχείριση των crypto-assets, προσφέροντας μεγαλύτερη ασφάλεια δικαίου στους επενδυτές, αλλά και περισσότερα εργαλεία ελέγχου στις φορολογικές αρχές. Παράλληλα, εντάσσονται στη συνολικότερη προσπάθεια περιορισμού της φοροδιαφυγής και ενίσχυσης της διαφάνειας στις ψηφιακές χρηματοοικονομικές συναλλαγές.









