Η αιφνιδιαστική αναβολή των συνομιλιών μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ιράν στη Γενεύη δημιουργεί νέα αβεβαιότητα για την πορεία της συμφωνίας που είχε ανακοινωθεί τις προηγούμενες ημέρες. Παρά το γεγονός ότι οι δύο πλευρές έχουν ήδη υπογράψει ψηφιακά ένα αρχικό μνημόνιο κατανόησης, οι τεχνικές διαπραγματεύσεις που επρόκειτο να ξεκινήσουν στην Ελβετία μετατέθηκαν για αργότερα, χωρίς να έχει οριστεί νέα ημερομηνία.
Στο επίκεντρο των διαβουλεύσεων βρίσκεται η περίοδος των 60 ημερών που προβλέπει η προσωρινή συμφωνία. Μέσα σε αυτό το χρονικό διάστημα οι δύο χώρες καλούνται να επιλύσουν κρίσιμα ζητήματα, όπως το μέλλον του πυρηνικού προγράμματος του Ιράν, η τύχη του εμπλουτισμένου ουρανίου, ο μηχανισμός επιθεωρήσεων και η σταδιακή άρση των οικονομικών κυρώσεων. Η Ουάσιγκτον επιμένει ότι η Τεχεράνη δεν θα πρέπει ποτέ να αποκτήσει πυρηνικά όπλα, ενώ το Ιράν ζητά σαφείς εγγυήσεις για τα οικονομικά οφέλη της συμφωνίας.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον συγκεντρώνει και ο ρόλος του Αμερικανού αντιπροέδρου, JD Vance, ο οποίος επρόκειτο να μεταβεί στη Γενεύη για τις συνομιλίες. Ωστόσο, το ταξίδι του αναβλήθηκε, με τον Λευκό Οίκο να επικαλείται ζητήματα οργάνωσης και εκκρεμότητες σχετικά με τη συμμετοχή της ιρανικής αντιπροσωπείας. Η εξέλιξη αυτή ενίσχυσε τις ανησυχίες για πιθανές δυσκολίες στην εφαρμογή της συμφωνίας και για το κατά πόσο θα καταστεί εφικτή η επίτευξη ενός οριστικού διακανονισμού εντός του προβλεπόμενου χρονικού ορίου.
Παρά τις δυσκολίες, η αμερικανική πλευρά εμφανίζεται αισιόδοξη, υποστηρίζοντας ότι το Ιράν τηρεί μέχρι στιγμής τις δεσμεύσεις που έχουν συμφωνηθεί. Ωστόσο, αναλυτές επισημαίνουν ότι τα πιο σύνθετα ζητήματα παραμένουν ανοιχτά και θα απαιτήσουν δύσκολες διαπραγματεύσεις το επόμενο διάστημα, με την πορεία των συνομιλιών να θεωρείται καθοριστική για τη σταθερότητα στην ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής.









