Σε δήλωσή της η μέλος του Πολιτικού Κέντρου του ΠΑΣΟΚ και υποψήφια βουλευτής Αχαΐας Κατερίνα Σολωμού αναφέρει:
“Θέλω να συγχαρώ το ΙΝΕ ΓΣΕΕ Δυτικής Ελλάδας και την πρόεδρο του, κυρία Σταυρούλα Παναγοπούλου-Νικολάου για την ημερίδα και το θέμα που επέλεξαν να αναλύσουν.
Σε όλους τους εργασιακούς χώρους οι εργαζόμενοι εκτίθενται στον επαγγελματικό κίνδυνο, ωστόσο, υπάρχουν εργασίες αυξημένης επικινδυνότητας που αφορούν συγκεκριμένους κλάδους και επαγγέλματα, οι οποίες είναι συγκριτικά πιο επιβαρυντικές σε σχέση με άλλες.
Χρειάζονται συνέργειες των κοινωνικών εταίρων και η υιοθέτηση μιας ενεργητικής πολιτικής πρόληψης, η οποία θα εμπλέκει την Πολιτεία, τις επιχειρήσεις και τους εργαζόμενους. Μιας οραματικής πολιτικής για «μηδενικές απώλειες». Κίνητρα και ανταμοιβές για τις επιχειρήσεις που επενδύουν στην πρόληψη και δεν μεταθέτουν τα κόστη της μη πρόληψης στην κοινωνία και στα ασφαλιστικά ταμεία.
Για την υλοποίηση αυτών απαιτείται η υιοθέτηση και η εφαρμογή ενός «εθνικού συστήματος» και ενός «εθνικού προγράμματος» με σκοπούς, προκαθορισμένο χρονοδιάγραμμα, προτεραιότητες και μέσα δράσης.
Η έλλειψη μέτρων πρόληψης των κινδύνων σε κάθε εργασιακό χώρο μπορεί να έχει επιπτώσεις όχι μόνο στους εργαζόμενους στο συγκεκριμένο χώρο, αλλά να επηρεάσει και την ασφάλεια μιας ευρύτερης περιοχής.
Για να μπορέσουν να αλλάξουν τα δεδομένα μελλοντικά είναι αναγκαίο να δοθεί μεγαλύτερη βαρύτητα στα μέτρα πρόληψης των εργατικών ατυχημάτων και όχι μόνο στην αντιμετώπιση τους εφόσον γίνουν.
Σκόπιμο είναι λοιπόν να πολλαπλασιαστούν τα είδη πρόληψης και τα μέτρα προστασίας τόσο αυτών που σχετίζονται με την κτηριακή δομή, τις χημικές ουσίες, τον τεχνικό εξοπλισμό, τις συνθήκες εργασίας όσο και αυτές που αφορούν τον ατομικό προστατευτικό εξοπλισμό.
Επίσης θα πρέπει οι επιχειρήσεις να ελέγχονται περισσότερο από τα αρμόδια όργανα (γιατρός εργασίας, τεχνικός ασφαλείας, επιτροπή υγιεινής και Ασφάλειας των εργαζομένων) ώστε να εφαρμόζονται όλοι οι Κανόνες πρόληψης και να μην παραβλέπετε ούτε ένας, ούτε από τον εργοδότη ούτε από τον εργαζόμενο. Θα πρέπει δηλαδή να υπάρξει μεγαλύτερη υπευθυνότητα από το κράτος, τους εργοδότες αλλά και από το ίδιους τους εργαζόμενους, ώστε να σταματήσει επιτέλους το φαινόμενο παραλείψεις των νόμων και των κανόνων που αφορούν την υγεία των εργαζομένων.”