“Ένας νέος επικίνδυνος κόσμος, εντελώς διαφορετικός από εκείνον που είχαμε γνωρίσει στα χρόνια μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, αναδύεται μέσα από τα ερείπια της Ουκρανίας”
Καθόλου τυχαία πλανάται την ώρα αυτή πάνω από την Ευρώπη το φάντασμα των Συμφωνιών του Μονάχου του 1938. Τον Μάρτιο εκείνης της χρονιάς ο Χίτλερ είχε προσαρτήσει την Αυστρία στη Γερμανία. Λίγους μήνες αργότερα, τον Σεπτέμβριο, οι πρωθυπουργοί Γαλλίας και Βρετανίας, ο Εντουάρ Νταλαντιέ και ο Νέβιλ Τσάμπερλεν αντίστοιχα, συναντήθηκαν στο Μόναχο με τον Χίτλερ και τον Μουσολίνι και θεώρησαν ότι μπορούσαν να διασφαλίσουν την ειρήνη με τη μέθοδο του κατευνασμού του τέρατος. Ετσι υποχρέωσαν την Τσεχοσλαβακία να παραχωρήσει αμαχητί στον Χίτλερ τη Σουδητία, στην οποία πλειοψηφούσαν γερμανικοί πληθυσμοί. Ο Χίτλερ δεσμεύτηκε τότε με τις Συμφωνίες του Μονάχου, ότι μετά την προσάρτηση και της Σουδητίας, δεν έχει περαιτέρω εδαφικές βλέψεις. Αλλά τον Μάρτιο του 1939 επιτέθηκε, εισέβαλε και κατέλαβε ολόκληρη τη Τσεχοσλοβακία. Και τον Σεπτέμβριο της ίδιας χρονιάς, σε συνεννόηση με τη Σοβιετική Ενωση, εισέβαλε στην Πολωνία, γεγονός που αποτέλεσε την αφετηρία της έκρηξης του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.
Είναι πολλές και ανατριχιαστικές οι ομοιότητες με αυτά που ζούμε σήμερα. Οπως ο Χίτλερ είχε προσαρτήσει το 1938 την Αυστρία, έτσι ο Πούτιν προσάρτησε το 2014 την Κριμαία. Οπως ο Χίτλερ κατέλαβε αμαχητί τη Σουδητία, με τη βοήθεια του Τσάμπερλεν και του Νταλαντιέ, το ίδιο ζητάει σήμερα ο Πούτιν, με τη βοήθεια του Τραμπ, από τον Ζελένσκι: να του παραδώσει αμαχητί τις οχυρές και εξαιρετικής στρατηγικής σημασίας θέσεις που κατέχει ακόμη η Ουκρανία στο Ντονμπάς, τις οποίες στα τριάμισι χρόνια του πολέμου δεν έχουν ακόμη κατορθώσει να καταλάβουν οι ρωσικές ένοπλες δυνάμεις. Ωτε κατόπιν, όπως αφελώς δείχνει να πιστεύει ο ακκιζόμενος και αυτογελοιοποιούμενος ως ειρηνοποιός Τραμπ, να επέλθει ο κατευνασμός του Πούτιν και να υπάρξει ειρήνη. Να γίνει δηλαδή το Ντονμπάς η σύγχρονη Σουδητία. Και από εκεί να ανοίξει ο δρόμος για να εισβάλει ο Πούτιν σε εύθετο χρόνο και στην υπόλοιπη Ουκρανία, όπως έπραξε ο Χίτλερ στην Τσεχοσλοβακία.
Μπορεί πλέον να συμβούν τα πάντα από τη στιγμή που έχει επικρατήσει παγκοσμίως η επιβολή του ισχυρότερου, από τη στιγμή που δεν ισχύουν πλέον οι κανόνες του Διεθνούς Δικαίου και οι καταστατικοί χάρτες, βάσει των οποίων οικοδομήθηκε ο μεταπολεμικός κόσμος. Τεράστια καταστροφική δύναμη έχει συγκεντρωθεί στα χέρια αδίστακτων, ανεξέλεγκτων, αυταρχικών ηγετών. Κοινό τους γνώρισμα η απέχθεια στη Δημοκρατία, στον κοινοβουλευτισμό, στην ελευθερία του Τύπου, στα Συντάγματα και τους νόμους, στη Δικαιοσύνη, στα αντίβαρα και τους ελέγχους της εξουσίας, στις ατομικές ελευθερίες και τα ανθρώπινα δικαιώματα, το σύνολο των αξιών τελικά με το οποίο έζησε έως τώρα ο πολιτισμένος κόσμος σε Αμερική και Ευρώπη. Αυτό είναι και το κοινό γνώρισμα Πούτιν και Τραμπ, που έγινε τώρα το κεντρικό σημείο επαφής τους, εύκολα για τον Ρώσο πρόεδρο, καθώς η χώρα του ιστορικά ούτως ή άλλως δεν είχε καμία επαφή με τα προαναφερόμενα.
Καθόλου περίεργα λοιπόν ο Τραμπ υποδέχθηκε επί αμερικανικού εδάφους με κόκκινο χαλί και χειροκροτήματα τον διεθνώς απομονωμένο και διωκόμενο με ένταλμα σύλληψης από το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο για εγκλήματα πολέμου και εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας Ρώσο πρόεδρο. Και καθόλου περίεργα, επίσης, ξέχασε τα περί κατάπαυσης πυρός και κυρώσεων εναντίον της Ρωσίας, για τα οποία είχε προηγουμένως δεσμευτεί και προσχώρησε στη δολίως προσχηματική άποψη Πούτιν περί «ειρηνευτικής συμφωνίας».

Και δεν είναι ο Πούτιν ο μόνος κερδισμένος. Μαζί του έχουν κερδίσει σημεία στην παγκόσμια σκακιέρα και όλες οι μεγαλύτερες ή μικρότερες αναθεωρητικές δυνάμεις που επιδιώκουν επιβολή διά της ισχύος στο εσωτερικό και τον διεθνή περίγυρό τους. Και αναμένουν να έρθει η ώρα για τη δική τους ευκαιρία. Ανάμεσά τους και η Τουρκία του Ερντογάν.