Ο πρώτος Έλληνας καλλιτέχνης που κατέκτησε το κορυφαίο, παγκοσμίως, μουσικό βραβείο κατάγεται-από την πλευρά της μητέρας του – από τον Πύργο. Γιος της γνωστής Πυργιώτισσας Μαρίας Διαμαντάκου και εγγονός του επιφανή ιατρού – παθολόγου και ιδιαίτερα αγαπητού εκείνη την εποχή στην κοινωνία της πόλης, Κώστα Διαμαντάκου. Ήρθε εκτάκτως για να είναι κοντά στη μητέρα του, την οποία – όπως λέει χωρίς δεύτερη σκέψη – «λατρεύει».
«Της φτιάχνω κάθε μέρα χυμό με μήλο, μπανάνα και αχλάδι. Και σε λίγο που θα επιστρέψω σπίτι, θα της μαγειρέψω μπιφτέκια. Οι Ελληνίδες μητέρες δίνουν τα πάντα για τα παιδιά τους. Πολλοί μεγαλώνουν και ξεχνούν… Εγώ όχι. Είμαι μοναχοπαίδι και είμαι πολύ δεμένος με τη μητέρα μου».
Το ταξίδι από το άγνωστο στην κορυφή
Στα 17 του έφυγε για την Αμερική. Το όνειρο είχε μπει πολύ νωρίς στο μυαλό του. «Στα 13-14 κρατούσα ημερολόγιο. Είχα ζωγραφίσει τον χάρτη της Καλιφόρνια και είχα βάλει ένα βέλος στο Λος Άντζελες. Δεν ήξερα τί και γιατί το έκανα. Κάτι όμως έψαχνα από τότε, και ο στόχος ήταν το Λος Άντζελες. Εκεί ξεκίνησαν όλα, πρώτα εργάστηκα ως dj σε κλαμπ, μετά ως παραγωγός άρχισα να κάνω remix. Πάντα όλα ήταν γύρω από τη μουσική. Κάτι έψαχνα χωρίς να ξέρω ακριβώς τί είναι… Και όλα γύριζαν γύρω από τη μουσική».
Το πραγματικό του όνομα είναι Παντελής – και το έχει κρατήσει στα αμερικανικά χαρτιά. «Κανείς όμως δεν με φωνάζει έτσι, εκτός από την μάνα μου και κάποιοι φίλοι από τα παλιά. Δεν ήθελα να το κάνω Pat, όπως συνηθίζεται στην Αμερική. Διάλεξα το Alexx, με σεβασμό στον Μέγα Αλέξανδρο. Ήθελα ένα καθαρά αρχαίο ελληνικό όνομα».
Το ελληνικό ταπεραμέντο, όπως λέει, τον βοήθησε – και τον δυσκόλεψε. «Δεν επαναπαύομαι ποτέ. Πάντα θέλω κάτι παραπάνω. Αυτό είναι ελληνικό χαρακτηριστικό, γιατί εμείς οι Έλληνες διαρκώς ψαχνόμαστε . Υπήρξαν πολύ δύσκολες στιγμές, είχα κουραστεί και υπήρξαν εναλλακτικές διαδρομές στον δύσκολο δρόμο που επέλεξα. Αλλά δεν τα παράτησα ποτέ».
Φέτος συμμετέχει ξανά στα Grammy με δύο projects – ένα κλασικής μουσικής και ένα ρέγγε – ως Associate Producer. Ακόμη κι αν έρθει διάκριση, δεν θα είναι αγαλματίδιο αλλά πιστοποιητικό συμμετοχής. Λεπτομέρεια, ίσως. Όχι όμως για εκείνον που ξέρει καλά πόσο δύσκολος είναι ο δρόμος.
Από τον Βαγγέλη Παπαθανασίου, που θεωρεί κορυφή παγκοσμίως και έχει αναλύσει κάθε δίσκο του, μέχρι τον Prince, τον Michael Jackson και τον Maurice White των Earth, Wind & Fire, οι ιστορίες του είναι πολλές. Όμως, όσο ψηλά κι αν φτάνει η κουβέντα, πάντα επιστρέφει στον Πύργο. «Θυμάμαι όταν ξεκινούσα την καριέρα μου, είχαμε μια παραγωγή με τον Μορίς Γουάιτ, το ιδρυτικό μέλος των «Earth Wind and Fire». Είμαστε στο στούντιο, αρχάριος εγώ πολύ και αυτός στην κορυφή. Έκανα πάρα πολλά λάθη και αντί να με αποπάρει μου έδειξε το σωστό δρόμο. Αυτός είχε τη δύναμη να πάρει την Columbia records και να πει «διώξτε τον και φέρτε μου κάποιον άλλον». Αντιθέτως διόρθωνε τα λάθη μου και με πολύ υπομονή που υποδείκνυε το σωστό.
«Την πρώτη φορά που γνώρισα τον Prince μου έκανε τεράστια εντύπωση το πόσο κοντός ήταν. Τεράστιο ταλέντο, τον έβλεπες να «γεμίζει» τη σκηνή και ξαφνικά το είδα από κοντά….! Ο Μάικλ Τζάκσον μπορεί να ήταν κορυφή στα πάντα αλλά το ταλέντο που είχε ο Prince δεν το είχε. Ο Μάικλ Τζάκσον είχε ένα στυλ, ήξερε ακριβώς τι θέλει και πώς να το ζητήσει. Ήταν ένας τραγουδιστής. Ενώ ο Prince τα είχε όλα.
«Κάποτε διατηρούσα ελληνικό εστιατόριο και κλαμπ στην Τζαμάικα. Βγαίνοντας από τον κόβιντ σταμάτησα τις επιχειρήσεις γιατί έπρεπε να αποφασίσω ή τις επιχειρήσεις ή την μουσική. Ένα βράδυ μπαίνει στο κλαμπ με την παρέα του ο Γιουσέιν Μπολτ. Πάντοτε στην πελατεία μου, είτε είναι γνωστοί είτε όχι συμπεριφέρομαι σα να είναι βασιλιάδες! Τον καλωσόρισα, τον ρώτησα αν ήθελε κάτι και με αγνόησε. Ήρθε ένας από τους φίλους του και μου ζήτησε τραπέζι. Αν και είχα, τους είπα ότι δεν υπάρχει άδειο τραπέζι και έφυγαν. Μετά από δυο βράδια επέστρεψε, ήρθε, μου μίλησε, τον τακτοποίησα στο καλύτερο τραπέζι, και από τότε γίναμε πάρα πολύ καλοί φίλοι…
Αν όλα πάνε καλά, ίσως ξαναέρθει το Πάσχα, αυτή τη φορά με τη σύζυγό του, τη Χάνα.«Έχω να κάνω Πάσχα στην Ελλάδα 30 χρόνια», λέει.












