Σε μια αγορά όπου κυκλοφορούν χιλιάδες ετικέτες Gin, η διαφοροποίηση αποτελεί ίσως τη μεγαλύτερη πρόκληση. Οι περισσότερες μάρκες αφηγούνται μια ιστορία γύρω από την παράδοση, την ποιότητα των βοτάνων ή την ιστορία του αποστακτηρίου τους. Το Engine Gin ακολούθησε έναν εντελώς διαφορετικό δρόμο.
Δημιουργημένο το 2019 από τον Ιταλό επιχειρηματία Paolo Dalla Mora, το Engine Gin γεννήθηκε με μια απλή αλλά τολμηρή σκέψη: «Πώς μπορεί ένα νέο Gin να ξεχωρίσει σε μια τόσο κορεσμένη αγορά;». Η απάντηση δεν βρισκόταν σε μια ακριβή διαφημιστική καμπάνια, αλλά σε ένα προϊόν που θα τραβούσε αμέσως την προσοχή.
Η χαρακτηριστική μεταλλική συσκευασία του, που θυμίζει δοχείο λαδιού αυτοκινήτου, δεν είναι απλώς ένα εντυπωσιακό design. Είναι η ίδια η ταυτότητα του brand. Εμπνευσμένη από την κουλτούρα των κλασικών αυτοκινήτων και των μοτοσικλετών, μετατρέπει το μπουκάλι σε αντικείμενο συζήτησης πριν ακόμη κάποιος δοκιμάσει το περιεχόμενό του. Σε κάθε μπαρ όπου τοποθετείται, ξεχωρίζει αμέσως ανάμεσα στις κλασικές γυάλινες φιάλες και προκαλεί την περιέργεια πελατών και bartenders.
Η στρατηγική marketing ήταν εξίσου πρωτότυπη. Με περιορισμένο προϋπολογισμό, το Engine Gin δεν επένδυσε σε μαζική διαφήμιση. Αντίθετα, επέλεξε προσεκτικά ψαγμένα cocktail bars και χώρους με κοινό που εκτιμά το design και τις ιδιαίτερες εμπειρίες. Οι ιδιοκτήτες των μπαρ και οι bartenders γίνονταν οι πρώτοι πρεσβευτές του προϊόντος, ενώ οι πελάτες ρωτούσαν αυθόρμητα τι είναι αυτό το «δοχείο λαδιού» που βρίσκεται πίσω από την μπάρα.
Στη συνέχεια, η εξωστρέφεια του brand επεκτάθηκε σε εκδηλώσεις αυτοκινήτου, μοτοσικλέτας και design, χτίζοντας σταδιακά μια μικρή αλλά ιδιαίτερα πιστή κοινότητα. Η ανάπτυξη ήταν αργή και σταθερή, βασισμένη στη δύναμη της εμπειρίας και της προφορικής διαφήμισης. Το αποτέλεσμα ήταν ένα προϊόν που δεν χρειαζόταν να «φωνάζει» για να γίνει γνωστό· η εμφάνισή του αρκούσε για να ξεκινήσει τη συζήτηση.
Φυσικά, πίσω από το ιδιαίτερο branding υπάρχει και ένα ποιοτικό προϊόν. Το Engine Gin είναι ένα βιολογικό ιταλικό ‘London Dry Gin’, που παράγεται σε μικρές παρτίδες στην περιοχή Alta Langa με επιλεγμένα ιταλικά βότανα, όπως φασκόμηλο και γλυκόριζα αλλά και αρώματα τριαντάφυλλου και λεμονιού που του δίνουν μια φρέσκια γεύση. Η παραγωγή γίνεται σε μικρές παρτίδες και εμφιαλώνεται στο χέρι, με αλκοολικό βαθμό 42%.
Η ιστορία του Engine Gin αποδεικνύει ότι το σύγχρονο marketing δεν βασίζεται αποκλειστικά στη διαφήμιση ή στα μεγάλα budgets. Η πραγματική αξία βρίσκεται στη δημιουργία μιας ισχυρής ταυτότητας, ικανής να προκαλεί συναίσθημα, περιέργεια και συζήτηση. Και το Engine Gin κατάφερε ακριβώς αυτό: να γίνει ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα Gin στον κόσμο, όχι επειδή έμοιαζε με τα υπόλοιπα, αλλά επειδή τόλμησε να μην μοιάζει με κανένα.










