Σοκ και αποτροπιασμό προκαλούν οι αποκαλύψεις γύρω από τη δολοφονία της 45χρονης Σταυρούλας Λεβεντάκη στα Χανιά, μετά την ομολογία του 43χρονου ενοικιαστή της, ο οποίος περιέγραψε στους αστυνομικούς τις συνθήκες υπό τις οποίες, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, σημειώθηκε το έγκλημα.
Σύμφωνα με την κατάθεσή του, η συνάντηση της 30ής Μαΐου 2026 στο σπίτι του εξελίχθηκε σε έντονο καβγά. Ο ίδιος υποστήριξε ότι προηγήθηκε λεκτική αντιπαράθεση και ότι στη συνέχεια ακολούθησε βίαιη συμπλοκή, η οποία είχε ως αποτέλεσμα τον θανάσιμο τραυματισμό της γυναίκας. Οι ισχυρισμοί αυτοί αποτελούν μέρος της απολογίας του και αξιολογούνται από τις αρμόδιες δικαστικές και αστυνομικές αρχές.
Κατά την ομολογία του, ο 43χρονος παραδέχθηκε ότι προκάλεσε διαδοχικά τραύματα στη 45χρονη, ενώ στη συνέχεια επιχείρησε να εξαφανίσει τα ίχνη του εγκλήματος. Όπως φέρεται να κατέθεσε, χρησιμοποίησε τις τραπεζικές κάρτες της γυναίκας και προχώρησε σε αναλήψεις χρημάτων, επιδιώκοντας να δημιουργήσει την εντύπωση ληστείας και να αποπροσανατολίσει τις έρευνες.
Στη συνέχεια, σύμφωνα πάντα με την ομολογία του, μετέφερε τη σορό σε αγροτική περιοχή, όπου την έθαψε σε λάκκο που άνοιξε ο ίδιος. Η ανακάλυψη στοιχείων στο σπίτι του, μεταξύ των οποίων ίχνη αίματος που ταυτοποιήθηκαν με γενετικό υλικό της Σταυρούλας Λεβεντάκη, καθώς και οι κινήσεις των τραπεζικών λογαριασμών της, συνέβαλαν καθοριστικά στην εξέλιξη της έρευνας και στην τελική ομολογία του.
Η εξαφάνιση της 45χρονης είχε δηλωθεί λίγες ώρες μετά την τελευταία της εμφάνιση. Οι αρχές επικέντρωσαν από νωρίς τις έρευνές τους στον ενοικιαστή, ο οποίος ήταν ο τελευταίος άνθρωπος που είχε έρθει σε επαφή μαζί της. Μετά από πολυήμερες έρευνες και τη συλλογή κρίσιμων αποδεικτικών στοιχείων, ο 43χρονος ομολόγησε το έγκλημα ενώπιον των αρχών.
Η υπόθεση έχει προκαλέσει έντονη συγκίνηση και οργή στην τοπική κοινωνία των Χανίων, ενώ η δικαστική διερεύνηση συνεχίζεται προκειμένου να αποσαφηνιστούν πλήρως όλες οι συνθήκες που οδήγησαν στη δολοφονία της Σταυρούλας Λεβεντάκη.









