Σημαντικό πλήγμα σε δίκτυα διακίνησης ναρκωτικών ουσιών κατάφερε η Ελληνική Αστυνομία, έπειτα από συντονισμένη επιχείρηση που οδήγησε στην εξάρθρωση δύο ομάδων ανηλίκων οι οποίες φέρονται να δραστηριοποιούνταν στα βόρεια προάστια της Αττικής.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της έρευνας, οι εμπλεκόμενοι κατηγορούνται ότι προωθούσαν ναρκωτικές ουσίες σε συνομηλίκους τους, έχοντας αναπτύξει δίκτυο επαφών που εκτεινόταν σε σχολικές μονάδες και χώρους συγκέντρωσης νέων. Οι αρχές εκτιμούν ότι η δράση τους είχε αποκτήσει οργανωμένα χαρακτηριστικά, με διακριτούς ρόλους και συγκεκριμένες μεθόδους προσέγγισης αγοραστών.
Η υπόθεση αποκαλύφθηκε ύστερα από αξιοποίηση πληροφοριών και πολύμηνη παρακολούθηση από εξειδικευμένες υπηρεσίες της ΕΛ.ΑΣ. Κατά τη διάρκεια της έρευνας συγκεντρώθηκαν στοιχεία που οδήγησαν στην ταυτοποίηση των μελών των ομάδων και στην πραγματοποίηση εφόδων σε κατοικίες και άλλους χώρους που συνδέονταν με τη δραστηριότητά τους.
Οι αστυνομικοί προχώρησαν σε συλλήψεις και κατασχέσεις, ενώ εξετάζεται το εύρος της διακίνησης και ο ακριβής αριθμός των συναλλαγών που φέρεται να πραγματοποιήθηκαν το τελευταίο διάστημα. Παράλληλα, ερευνάται εάν υπήρχε σύνδεση των ανήλικων με ενήλικα πρόσωπα που ενδεχομένως προμήθευαν ή διευκόλυναν τη διακίνηση των ουσιών.
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί το γεγονός ότι οι φερόμενοι αποδέκτες των ναρκωτικών ήταν κυρίως μαθητές, γεγονός που αναδεικνύει την ανάγκη ενίσχυσης των προληπτικών δράσεων σε σχολεία και τοπικές κοινωνίες. Εκπαιδευτικοί και ειδικοί στον τομέα της πρόληψης επισημαίνουν ότι η ενημέρωση των νέων και η έγκαιρη παρέμβαση αποτελούν βασικά εργαλεία για την αντιμετώπιση τέτοιων φαινομένων.
Η δικογραφία που σχηματίστηκε περιλαμβάνει σοβαρές κατηγορίες που σχετίζονται με τη διακίνηση ναρκωτικών, ενώ οι συλληφθέντες αναμένεται να οδηγηθούν ενώπιον των αρμόδιων δικαστικών αρχών. Οι έρευνες συνεχίζονται προκειμένου να διαπιστωθεί αν υπάρχουν και άλλα πρόσωπα που συμμετείχαν ή υποστήριζαν τη δράση των κυκλωμάτων.
Η υπόθεση επαναφέρει στο προσκήνιο το ζήτημα της διείσδυσης των ναρκωτικών σε νεαρές ηλικίες και της ανάγκης για στενότερη συνεργασία μεταξύ οικογένειας, σχολείου και αρμόδιων υπηρεσιών, με στόχο την προστασία των μαθητών και την αποτροπή παρόμοιων περιστατικών στο μέλλον.









