Απαντήσεις φαίνεται να δίνουν οι επιστημονικές έρευνες σχετικά με την έντονη οσμή που είχε προκαλέσει ανησυχία σε χιλιάδες κατοίκους της Αττικής πριν από μερικές εβδομάδες. Το φαινόμενο, το οποίο είχε γίνει αντιληπτό από τα νότια προάστια έως και περιοχές του κέντρου της Αθήνας, είχε κινητοποιήσει άμεσα τις αρμόδιες αρχές, χωρίς όμως να εντοπιστεί τότε κάποια διαρροή σε δίκτυα φυσικού αερίου ή βιομηχανικές εγκαταστάσεις.
Σύμφωνα με τα νεότερα ευρήματα επιστημονικών αναλύσεων, η πιθανότερη εξήγηση συνδέεται με θαλάσσια δραστηριότητα στον Σαρωνικό. Οι ερευνητές εκτιμούν ότι η οσμή προήλθε από περιοχή νοτιοανατολικά της Σαλαμίνας και ενδέχεται να σχετίζεται με πλοίο που μετέφερε υγραέριο (LPG), το οποίο βρισκόταν στην περιοχή τη χρονική περίοδο κατά την οποία καταγράφηκαν οι σχετικές αναφορές.
Οι ειδικοί επισημαίνουν ότι ουσίες όπως το προπάνιο και το βουτάνιο, που χρησιμοποιούνται ευρέως ως καύσιμα και μεταφέρονται μέσω δεξαμενόπλοιων, συνοδεύονται από χαρακτηριστικές οσμές οι οποίες μπορούν υπό ορισμένες ατμοσφαιρικές συνθήκες να μεταφερθούν σε μεγάλες αποστάσεις. Παράγοντες όπως οι άνεμοι, η θερμοκρασιακή αναστροφή και η υγρασία ενδέχεται να συνέβαλαν στη διάχυση της μυρωδιάς προς κατοικημένες περιοχές της πρωτεύουσας.
Αξίζει να σημειωθεί ότι οι αρχικές έρευνες είχαν αποκλείσει το ενδεχόμενο διαρροής από το δίκτυο φυσικού αερίου, ενώ δεν εντοπίστηκαν προβλήματα σε εγκαταστάσεις εντός του αστικού ιστού. Η αδυναμία άμεσου εντοπισμού της πηγής είχε οδηγήσει σε πληθώρα σεναρίων και εικασιών, με αποτέλεσμα να αυξηθεί η ανησυχία των πολιτών.
Παρότι η θεωρία του πλοίου μεταφοράς υγραερίου συγκεντρώνει πλέον τα περισσότερα επιστημονικά δεδομένα, οι αρμόδιες υπηρεσίες δεν έχουν προχωρήσει ακόμη σε οριστική επίσημη ανακοίνωση για τα ακριβή αίτια του περιστατικού. Οι έρευνες και η αξιολόγηση των διαθέσιμων στοιχείων συνεχίζονται, προκειμένου να εξακριβωθεί πλήρως ο μηχανισμός που προκάλεσε το ασυνήθιστο φαινόμενο.
Η υπόθεση ανέδειξε για ακόμη μία φορά τη σημασία της παρακολούθησης της ατμοσφαιρικής ποιότητας και της συνεργασίας μεταξύ επιστημονικών φορέων και κρατικών υπηρεσιών, ώστε παρόμοια περιστατικά να μπορούν να διερευνώνται ταχύτερα και με μεγαλύτερη ακρίβεια στο μέλλον.









