Σημαντικές αλλαγές στον τρόπο διεξαγωγής των αυτοδιοικητικών εκλογών προωθεί η κυβέρνηση, με βασικό στόχο την ολοκλήρωση της εκλογικής διαδικασίας σε μία μόνο Κυριακή μέσω του μηχανισμού της λεγόμενης «εναλλακτικής ψήφου». Το νέο μοντέλο επιχειρεί να αντικαταστήσει τον δεύτερο γύρο εκλογών, εισάγοντας διαδικασία προτιμήσεων που θυμίζει εκλογικά συστήματα τα οποία εφαρμόζονται σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες και διεθνώς.
Η βασική φιλοσοφία της μεταρρύθμισης είναι ότι ο ψηφοφόρος δεν θα επιλέγει μόνο έναν συνδυασμό ή υποψήφιο δήμαρχο και περιφερειάρχη, αλλά θα έχει τη δυνατότητα να δηλώνει και εναλλακτικές προτιμήσεις. Με αυτόν τον τρόπο, εφόσον κανένας υποψήφιος δεν συγκεντρώσει το απαιτούμενο ποσοστό από την πρώτη καταμέτρηση, θα ενεργοποιείται μηχανισμός μεταφοράς ψήφων με βάση τις δεύτερες επιλογές των ψηφοφόρων.
Το σύστημα αυτό στοχεύει στη μείωση της εκλογικής κόπωσης, του διοικητικού κόστους και της χαμηλής συμμετοχής που συχνά καταγράφεται στον δεύτερο γύρο των αυτοδιοικητικών εκλογών. Παράλληλα, η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η νέα διαδικασία μπορεί να οδηγήσει σε πιο αντιπροσωπευτικά αποτελέσματα και να ενισχύσει τη συναίνεση, καθώς οι υποψήφιοι θα επιδιώκουν ευρύτερη αποδοχή πέρα από τον στενό πυρήνα των ψηφοφόρων τους.
Στην πράξη, ο ψηφοφόρος θα μπορεί να σημειώνει σειρά προτίμησης μεταξύ υποψηφίων. Εάν ο πρώτος υποψήφιος που επέλεξε αποκλειστεί επειδή συγκέντρωσε χαμηλό ποσοστό, τότε η ψήφος θα μεταφέρεται στον επόμενο υποψήφιο που έχει δηλωθεί ως εναλλακτική επιλογή. Η διαδικασία θα συνεχίζεται έως ότου προκύψει νικητής με την απαιτούμενη πλειοψηφία.
Το νέο σύστημα έχει ήδη προκαλέσει πολιτικές αντιδράσεις και έντονη συζήτηση μεταξύ συνταγματολόγων, αυτοδιοικητικών παραγόντων και κομμάτων της αντιπολίτευσης. Οι επικριτές του υποστηρίζουν ότι η διαδικασία ενδέχεται να δημιουργήσει σύγχυση στους ψηφοφόρους ή να αλλοιώσει την άμεση πολιτική βούληση της πρώτης επιλογής. Παράλληλα, εκφράζονται προβληματισμοί για τη δυσκολία κατανόησης του μηχανισμού από μεγαλύτερες ηλικιακές ομάδες ή πολίτες με περιορισμένη εξοικείωση με σύνθετες εκλογικές διαδικασίες.
Από την άλλη πλευρά, υποστηρικτές της μεταρρύθμισης επισημαίνουν ότι αντίστοιχα συστήματα εφαρμόζονται ήδη σε χώρες όπως η Αυστραλία και η Ιρλανδία, ενώ παραλλαγές τους χρησιμοποιούνται σε διάφορες μορφές τοπικών ή εθνικών εκλογών διεθνώς. Σύμφωνα με τους ίδιους, η δυνατότητα πολλαπλών προτιμήσεων περιορίζει τον έντονο διχασμό μεταξύ δύο γύρων και ενισχύει πιο συναινετικές μορφές πολιτικής αντιπαράθεσης.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η τεχνική διάσταση της εφαρμογής του νέου μοντέλου. Η καταμέτρηση των ψήφων αναμένεται να είναι πιο σύνθετη, γεγονός που ενδέχεται να απαιτήσει αναβαθμισμένα ψηφιακά εργαλεία και εκτεταμένη εκπαίδευση των εκλογικών αντιπροσώπων. Επιπλέον, θα χρειαστεί ευρεία ενημερωτική καμπάνια ώστε οι πολίτες να κατανοήσουν τον τρόπο συμπλήρωσης των ψηφοδελτίων.
Η μεταρρύθμιση εντάσσεται στη γενικότερη προσπάθεια εκσυγχρονισμού της εκλογικής διαδικασίας και επανασχεδιασμού της λειτουργίας της τοπικής αυτοδιοίκησης. Ωστόσο, το κατά πόσο θα επιτύχει να βελτιώσει τη συμμετοχή και τη λειτουργικότητα των εκλογών θα φανεί μόνο μέσα από την πρακτική εφαρμογή του συστήματος στις επόμενες αναμετρήσεις.









