Η Υπηρεσία Μετανάστευσης και Τελωνείων (Immigration and Customs Enforcement – ICE) διαδραματίζει βασικό ρόλο στα σχέδια της κυβέρνησης Τραμπ για την πάταξη της παράνομης μετανάστευσης.
Άρχισε να λειτουργεί το 2003 μετά από μια μεγάλη κυβερνητική προσπάθεια για την ενίσχυση της εθνικής ασφάλειας μετά τις τρομοκρατικές επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου 2001.
Η ICE αποτελεί μέρος του Υπουργείου Εσωτερικής Ασφάλειας, το οποίο άρχισε να λειτουργεί το ίδιο έτος. Προηγουμένως, η επιβολή της μετανάστευσης στις ΗΠΑ γινόταν σε μεγάλο βαθμό από την Υπηρεσία Μετανάστευσης και Πολιτογράφησης (INS), η οποία ανήκε στο Υπουργείο Δικαιοσύνης.
Πάνω από 20.000 άνθρωποι εργάζονται για την ICE σε περισσότερα από 400 γραφεία σε όλες τις ΗΠΑ και σε όλο τον κόσμο, σύμφωνα με τον ιστότοπο της υπηρεσίας.
Ο ετήσιος προϋπολογισμός της είναι περίπου 9 δισ. δολάρια, σύμφωνα με την ετήσια έκθεση για το οικονομικό έτος 2024. Η υπηρεσία αποτελείται από τέσσερις Διευθύνσεις: Ερευνών Εσωτερικής Ασφαλείας (Homeland Security Investigations), Επιχειρήσεων Επιβολής και Απομάκρυνσης (Enforcement and Removal Operations), Γραφείου Νομικού Συμβούλου και η Διοίκησης και Διαχείρισης.
Το 2025 ήταν η πιο φονική χρονιά για την ICE εδώ και 20 χρόνια
Το 2025 καταγράφηκε ως η πιο θανατηφόρα χρονιά των τελευταίων δύο δεκαετιών για την Υπηρεσία Μετανάστευσης και Τελωνείων των ΗΠΑ (ICE), με τουλάχιστον 31 ανθρώπους να χάνουν τη ζωή τους ενώ βρίσκονταν υπό κράτηση ή υπό την ευθύνη της υπηρεσίας, σύμφωνα με στοιχεία που συγκέντρωσε και παρουσίασε ο Guardian.
Ο αριθμός αυτός αποτελεί αρνητικό ρεκόρ από το 2004 και συμπίπτει με μια περίοδο μαζικής κλιμάκωσης των επιχειρήσεων για τη μετανάστευση, καθώς η ομοσπονδιακή κυβέρνηση αύξησε δραστικά τις συλλήψεις, τις κρατήσεις και τις απελάσεις.
Στα μέσα Δεκεμβρίου του 2025, περισσότεροι από 68.000 άνθρωποι βρίσκονταν σε κέντρα κράτησης της ICE, αριθμός ιστορικά υψηλός. Σύμφωνα με τα ίδια στοιχεία, περίπου τρεις στους τέσσερις κρατούμενους δεν είχαν ποινική καταδίκη, γεγονός που έχει εντείνει την πολιτική και κοινωνική αντιπαράθεση γύρω από τον ρόλο της υπηρεσίας.
Όσο για τις αιτίες θανάτου ποικίλλουν: καρδιακή ανεπάρκεια, επιληπτικές κρίσεις, αναπνευστικά προβλήματα, φυματίωση, αλλά και αυτοκτονίες. Σε αρκετές περιπτώσεις, οι άνθρωποι πέθαναν αφού είχαν μεταφερθεί σε νοσοκομεία, παραμένοντας ωστόσο υπό την ευθύνη της ICE.
Οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, δικηγόροι και συγγενείς των θυμάτων υποστηρίζουν ότι πολλοί από αυτούς τους θανάτους θα μπορούσαν να είχαν αποφευχθεί, κάνοντας λόγο για καθυστερημένη ή ανεπαρκή ιατρική φροντίδα, ελλείψεις προσωπικού και συνθήκες κράτησης που επιδεινώνονται όσο αυξάνεται ο αριθμός των κρατουμένων.
Η αύξηση των θανάτων συνοδεύτηκε από πληθώρα καταγγελιών για υπερπλήρη κέντρα κράτησης, περιορισμένη πρόσβαση σε γιατρούς, κακή διατροφή και έλλειψη βασικής υγειονομικής μέριμνας.
Από την πλευρά του, το Υπουργείο Εσωτερικής Ασφαλείας, στο οποίο υπάγεται η ICE, υποστηρίζει ότι παρέχεται «επαρκής και συνεχής ιατρική φροντίδα» και ότι, αναλογικά, το ποσοστό θανάτων παραμένει χαμηλό. Οι αριθμοί, ωστόσο, έχουν πυροδοτήσει έντονες αντιδράσεις στο Κογκρέσο και στην κοινωνία.
Πίσω από τα στατιστικά στοιχεία βρίσκονται συγκεκριμένοι άνθρωποι, από διαφορετικές χώρες και με διαφορετικές διαδρομές. Νέοι άνδρες και ηλικιωμένοι, άνθρωποι με γνωστά προβλήματα υγείας αλλά και άλλοι που αρρώστησαν σοβαρά μέσα στην κράτηση, πέθαναν σε πολιτείες όπως η Φλόριντα, η Αριζόνα, η Πενσυλβάνια και το Τέξας.
Σε μία από τις περιπτώσεις, κρατούμενος πέθανε κατά τη διάρκεια μεταφοράς προς κέντρο κράτησης, χωρίς καν να προλάβει να λάβει ιατρική βοήθεια.
Για τις οικογένειές τους, οι θάνατοι αυτοί συνοδεύτηκαν από ασάφεια, καθυστερημένες ενημερώσεις και αναπάντητα ερωτήματα, εντείνοντας το αίσθημα αδικίας και εγκατάλειψης.









