– Στις δανειακές οφειλές με εμπράγματη ασφάλεια, το τελικό αποτέλεσμα καθορίζουν οι πιστωτές, καθώς έχουν το δικαίωμα να απορρίψουν την πρόταση που δημιουργείται αυτόματα από τον αλγόριθμο και να επιβάλλουν την δική τους. Αυτή η αντιπρότασή τους δεν περιλαμβάνει καμία μείωση, ούτε διαγραφή ποσού έστω 0,50 ευρώ, ούτε καν των καταχρηστικών τόκων. Επιπλέον, δεν παρέχουν στον οφειλέτη το μέγιστο προβλεπόμενο χρονικό διάστημα αποπληρωμής: ενώ η αρχική πρόταση προβλέπει την ολοκλήρωση της αποπληρωμής εντός 35 ετών, οι πιστωτές την επιβάλλουν εντός 26 ή 28 ετών.
-Επειδή όσα εκθέτονται εδώ στηρίζονται σε πραγματικά γεγονότα, θα σας παρουσιάσω δύο συμβάσεις αναδιάρθρωσης : Ας εξετάσουμε αρχικά μια άντληση οφειλής ύψους 240.000 ευρώ από την doVALUE. Η φορολογική εικόνα του αιτούντος αποτυπώνει ετήσιο εισόδημα ύψους 72,79 ευρώ, εν τοις πράγμασι μηδενικό. Η σύζυγος – συνοφειλέτρια έχει ετήσιο εισόδημα ύψους 15.017 ευρώ. Πριν από πολλά χρόνια είχαν πάρει ένα στεγαστικό δάνειο από κοινού για να ξεκινήσουν τη ζωή τους. Η αντικειμενική αξία του σπιτιού που πήραν ανέρχεται σε 98.000 ευρώ, άρα στον καθένα αντιστοιχεί οφειλή ύψους περίπου 50.000 ευρώ. Η προσημείωση της doVALUE επί του ακινήτου ανέρχεται σε 195.000 ευρώ. Υπέβαλαν αίτηση στον εξωδικαστικό μηχανισμό ρύθμισης οφειλών, με σωστή μηχανογραφική υλοποίηση ελέγχου των οφειλών και προέκυψε μια σύμβαση αναδιάρθρωσης. Είναι επιλέξιμοι με βάση τα εσωτερικά κριτήρια επιλεξιμότητας της αίτησης του εξωδικαστικού μηχανισμού, πράγμα που σημαίνει ότι τεκμαίρεται η συναίνεση του πιστωτή, δηλαδή δεν έχει δικαίωμα απόρριψης εν προκειμένω.
Ωστόσο, όταν πρόκειται για δανειακές οφειλές με εμπράγματη ασφάλεια, ο πιστωτής έχει δικαίωμα να αρνηθεί την πρόταση του αλγορίθμου και να θέσει την δική του καταχρηστική αντιπρόταση. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, η αντιπρόταση της doVALUE δεν είχε ούτε το ελάχιστο ποσό διαγραφής των πενήντα λεπτών από τους τόκους και όριζε ως χρονικό διάστημα αποπληρωμής τα 26 έτη, ενώ υπήρχε η δυνατότητα να φτάσει τα 35. Επιπλέον, καθορίστηκε για τα πρώτα τρία χρόνια μηνιαία δόση ύψους 1.113 ευρώ, μετά την πάροδο των οποίων αυτή θα αυξανόταν σε 1.300 ευρώ. Δηλαδή, ο άνθρωπος αυτός, αν ζήσει αυτά τα 26 χρόνια, θα έχει αποπληρώσει 400.000 ευρώ. Επιπλέον, τα τελικά δοσολόγια αυτών των πιστωτών – funds συμπεριλαμβάνουν επιπλέον τόκους και ασφαλίσεις στο ποσό που προβλέπεται από τη σύμβαση αναδιάρθρωσης, με αποτέλεσμα η τελική δόση να είναι αυξημένη κατά 70-80 ευρώ. Αυτό το παράδειγμα μηδενικής μείωσης καταδεικνύει το μέγεθος του προβλήματος και την άμεση ανάγκη διαφάνειας κατά την ημέρα της ψηφοφορίας και ελέγχου επί των πιστωτών – funds, ώστε να αξιολογούν δίκαια τον εκάστοτε οφειλέτη, σύμφωνα με τις δικές του οικονομικές δυνατότητες.
Ας εξετάσουμε ένα ακόμα παράδειγμα μιας παρόμοιας οικογένειας. Ο αιτών έχει μια οφειλή προς ρύθμιση ύψους 134.000 ευρώ με πιστωτή την CEPAL. Τα φορολογικά του στοιχεία περιλαμβάνουν ένα σπίτι από κοινού με τη σύζυγο, αγοραστικής αξίας 100.000 ευρώ, επομένως αντιστοιχούν 50.000 ευρώ για τον καθένα. Το ετήσιο εισόδημα του αιτούντος ανέρχεται σε 14.000 ευρώ ενώ της συζύγου – συνοφειλέτριας σε 25.000 ευρώ. Είναι επιλέξιμοι στην εσωτερική καρτέλα επιλεξιμότητας του εξωδικαστικού μηχανισμού, άρα τεκμαίρεται γι’ αυτούς η συναίνεση του πιστωτή. Κατά την πάγια τακτική των πιστωτών κάθε φορά που υπάρχει δανειακή οφειλή με εμπράγματη εξασφάλιση, η CEPAL προβάλλει μια καταχρηστική αντιπρόταση, χωρίς ούτε 1 ευρώ ποσό διαγραφής. Τουλάχιστον όμως εδώ θέτει ως χρονικό διάστημα αποπληρωμής τα 35 χρόνια και η δόση, χωρίς καμία διαγραφή, διαμορφώνεται από μέρους στα 549 ευρώ. Ωστόσο, στο τελικό δοσολόγιο που λαμβάνει ο αιτών, συμπεριλαμβάνονται και πάλι επιπλέον ασφάλιστρα, ακόμη και έξοδα δικαστικών επιμελητών, από επιδόσεις παλαιότερων διαταγών πληρωμής. Έτσι, από την αρχική δόση ύψους 549 ευρώ, το τελικό ποσό που πρέπει να καταβάλλει ο αιτών αγγίζει τα 750 ευρώ. Μάλιστα, έχω υποβάλλει αίτημα στον συγκεκριμένο πιστωτή ώστε να διευκρινήσει ακριβώς τι είναι αυτά τα παραπάνω χρήματα.
Συμπερασματικά και με βάση την εμπειρία μου από εκατοντάδες αιτήσεις που ολοκληρώνω καθημερινά, ο εξωδικαστικός μηχανισμός ρύθμισης οφειλών δεν πρέπει να είναι μια στεγνή μαθηματική φόρμουλα, αλλά ένας ζωντανός οργανισμός που προσαρμόζεται στις ανάγκες της οικονομίας και της κοινωνίας. Δεν πρέπει να λειτουργεί ως εμπόδιο, αλλά ως ασπίδα για τους οφειλέτες. Η αναπροσαρμογή των κριτηρίων και οι βελτιώσεις που πρότεινα δεν είναι προνόμιο. Είναι ζήτημα δικαιοσύνης και στήριξης της ελληνικής οικογένειας. Το ελληνικό κράτος, αν τροποποιήσει πιο δίκαια τον εξωδικαστικό μηχανισμό ρύθμισης οφειλών, ώστε να δρα περισσότερο υπέρ των οφειλετών αντί υπέρ των πιστωτών, όπως δυστυχώς τάσσεται σήμερα όσον αφορά τα εμπραγμάτως ασφαλισμένα δάνεια, θα συμβάλλει σημαντικά στη διατήρηση της παραγωγικότητας των επιχειρήσεων και της αξιοπρέπειας των φυσικών προσώπων.









