Η Πάτρα κινδυνεύει να χάσει τα τεράστια οφέλη από τις εξορύξεις στο Ιόνιο, εξαιτίας της αδιαφορίας όλων των φορέων και του πολιτικού της προσωπικού, να εγκατασταθεί στο λιμάνι της η βάση των επικείμενων εργασιών. Οι εταιρείες έχουν ακούσει ότι ο Δήμος Πατρέων εναντιώνεται σε κάθε επιχειρηματικότητα. Ακόμη έχουν ακούσει να προβάλλονται ανύπαρκτα ζητήματα περί προστασίας του περιβάλλοντος. Έτσι σκέφτονται την Ηγουμενίτσα όπου όλοι οι φορείς και οι βουλευτές τους προσφέρουν Γη και Ύδωρ.
Πάτρα και Αχαία οφείλουν να αντιδράσουν γιατί στο μεταξύ η επένδυση τρέχει. Το χρονοδιάγραμμα προβλέπει την κατάθεση της Μελέτης Περιβαλλοντικών και Κοινωνικών Επιπτώσεων έως τις 15 Ιουνίου, με στόχο την ολοκλήρωση των αδειοδοτήσεων μέχρι τον Νοέμβριο του 2026. Η μέχρι σήμερα ανταπόκριση του κρατικού μηχανισμού χαρακτηρίζεται ιδιαίτερα γρήγορη, στοιχείο κρίσιμο για την τήρηση του σχεδιασμού. Εφόσον όλα εξελιχθούν ομαλά, το γεωτρύπανο αναμένεται να εγκατασταθεί και να ξεκινήσει εργασίες τον Φεβρουάριο του 2027.
Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε και στο περιβαλλοντικό αποτύπωμα της δραστηριότητας. Η Energean υπογράμμισε ότι θα εφαρμοστεί το ίδιο μοντέλο που χρησιμοποιήθηκε στον Πρίνο, όπου επί δεκαετίες παραγωγής δεν έχει καταγραφεί περιβαλλοντική επιβάρυνση, με την περιοχή να διαθέτει ακόμη και “γαλάζιες σημαίες”.
Μια ενδεχόμενη επιτυχία της ερευνητικής γεώτρησης στο Μπλοκ 2 του Ιονίου δεν αποτελεί απλώς ένα ακόμη ενεργειακό project, αλλά μια πιθανή εξέλιξη που θα μπορούσε να αναδιαμορφώσει συνολικά το ενεργειακό, οικονομικό και γεωπολιτικό αποτύπωμα της Ελλάδας. Όπως προκύπτει από τα όσα ειπώθηκαν κατά την τελετή υπογραφής της σύμβασης για το γεωτρύπανο πρόκειται για ένα εγχείρημα υψηλού ρίσκου αλλά και εξαιρετικά υψηλής δυνητικής απόδοσης, που σε περίπτωση επιτυχίας μπορεί να αλλάξει τη θέση της χώρας στον ενεργειακό χάρτη της Ευρώπης.
Στο επίκεντρο βρίσκεται η δομή “Άσωπος”, μια γεωλογική περιοχή τεράστιας κλίμακας που εκτείνεται σε περίπου 1.000 τετραγωνικά χιλιόμετρα – δηλαδή μια έκταση αντίστοιχη σχεδόν με αυτή της Αττικής. Πρόκειται για ένα στόχο που προέκυψε μετά από εκτεταμένες σεισμικές έρευνες και ο οποίος θεωρείται από τους γεωλόγους της κοινοπραξίας ως μία από τις πιο ελπιδοφόρες δομές που έχουν εντοπιστεί ποτέ στη χώρα
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν, τα πιθανά αποθέματα κυμαίνονται μεταξύ 9,5 και 10 τρισ. κυβικών ποδιών φυσικού αερίου, δηλαδή περίπου 270 δισ. κυβικά μέτρα. Για να γίνει αντιληπτό το μέγεθος, η Ελλάδα καταναλώνει σήμερα περίπου 6 έως 7 δισ. κυβικά μέτρα φυσικού αερίου ετησίως. Αυτό σημαίνει ότι ένα τέτοιο κοίτασμα θα μπορούσε θεωρητικά να καλύψει τις ανάγκες της χώρας για σχεδόν 40 χρόνια, αλλάζοντας πλήρως τα δεδομένα ενεργειακής ασφάλειας.
Ωστόσο, το project απέχει πολύ από το να θεωρείται δεδομένο. Η πιθανότητα επιτυχίας της πρώτης γεώτρησης εκτιμάται στο 16%, ένα ποσοστό που μπορεί να φαίνεται χαμηλό, αλλά θεωρείται απολύτως συμβατό με τα διεθνή standards για γεωτρήσεις σε βαθιά νερά και σε νέες γεωλογικές ζώνες.
Καθοριστικό στοιχείο είναι ότι το ρίσκο του εγχειρήματος αναλαμβάνεται εξ ολοκλήρου από τις εταιρείες της κοινοπραξίας και όχι από το ελληνικό δημόσιο. Πρόκειται για μια επένδυση ιδιωτικών κεφαλαίων, όπου το κράτος συμμετέχει μόνο στο σκέλος των εσόδων σε περίπτωση επιτυχίας, χωρίς να εκτίθεται σε οικονομικό κίνδυνο.
Η γεώτρηση θα πραγματοποιηθεί σε ιδιαίτερα απαιτητικές συνθήκες, καθώς θα φτάσει σε συνολικό βάθος περίπου 1.600 μέτρων, με το βάθος νερού να ανέρχεται στα 840 μέτρα. Το κόστος της πρώτης αυτής φάσης εκτιμάται στα 70 με 80 εκατ. δολάρια (60 με 70 εκατ. ευρώ), ενώ η διάρκεια της γεώτρησης αναμένεται να είναι περίπου δύο μήνες.