Ε, αφού μας ρωτάτε, όχι, όχι και πάλι όχι!

Άρθρο του Θέμη Τζήμα, μέλους του Εθνικού Συμβουλίου του ΠΑΣΟΚ

Η κυβέρνηση αφού αρνήθηκε την αναδιάρθρωση του χρέους και αφού εξύβρισε όσους την προτείναμε, την αποδέχθηκε όπως ακριβώς την επέβαλαν οι εταίροι μας- καθυστερημένα και ανεπαρκώς- θριαμβολογώντας μάλιστα, άμετρα και αφελώς.

Αφού αρνήθηκε το δημοψήφισμα, εξηγώντας ότι κάτι τέτοιο θα οδηγούσε σε παρατεταμένη και επικίνδυνη αστάθεια, πραγματοποίησε μια στροφή 180 μοιρών και αποφάσισε τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος. Δε θα κρίνω τα κίνητρα τμήματος ειδικά των κυβερνητικών στελεχών, διότι είναι προφανή. Για την υπερψήφιση του μνημονίου και του μεσοπροθέσμου, όπως και για τη συμφωνία της 21ης Ιουλίου έκριναν ότι δεν απαιτούνταν ούτε καν 180 βουλευτές αλλά για τη νέα συμφωνία που έπεται των δύο προηγουμένων κρίνουν ότι απαιτείται δημοψήφισμα! Αν δεν ήταν εμφανής ο οπορτουνισμός αυτής της μεταστροφής θα μπορούσε να εκληφθεί ως έμπρακτη αυτοκριτική.

Ωστόσο τα κίνητρα πίσω από την απόφαση είναι δευτερεύοντα. Το σημαντικό είναι ότι έχουμε μια εξαίρετη ευκαιρία να πάρουμε όλοι μας θέση ως πολίτες, ως κυρίαρχος λαός επί της διαδικασίας και επί της ουσίας: Ναι, το δημοψήφισμα είναι μια δημοκρατική διαδικασία έκφρασης του λαού. Ναι, τα δημοψηφίσματα πρέπει κατεξοχήν να διεξάγονται για μείζονος σημασίας ζητήματα όπως είναι η έγκριση της τελευταίας αυτής συμφωνίας, που είτε συμφωνεί κανείς μαζί της, είτε όχι, θα δεσμεύσει τη χώρα για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της δεκαετίας.

Τονίζω το “προβλέπεται να” διότι πολύ πιθανά, λόγω των εξελίξεων σε Ιταλία, Ισπανία και αλλού να καταρρεύσει και να ακυρωθεί πολύ νωρίτερα από ό,τι πολλοί φαντάζονται.
Άρα, ορθώς η κυβέρνηση αποφάσισε τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος, μία αρνητική απάντηση στο οποίο προφανώς θα από- νομιμοποιήσει και όλες τις προγενέστερες ομοειδείς συμφωνίες.

Ωστόσο, στην αξιολόγηση αυτής της ορθής επιλογής, έστω εκκινούμενης από ιδιοτελή, οπορτουνιστικά κίνητρα, οφείλει κανείς να λαμβάνει υπόψη μία βασική παράμετρο: το πολιτικό πλαίσιο διεξαγωγής του δημοψηφίσματος.

Ήδη ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης έθεσε επί τάπητος έναν κυνικό, επικίνδυνο, ανεύθυνο και εν τέλει πολιτικά χυδαίο εκβιασμό: ευρώ ή δραχμή; Η κυβέρνηση λοιπόν διά του αντιπροέδρου της επέλεξε το ρόλο του μεγάλου προβοκάτορα και του συγνού εκβιαστή! Με ποια λογική το όχι σε μια συμφωνία συνεπάγεται έξοδο από το ευρώ; Είναι νομικά αδύνατον και οικονομικά επικίνδυνο για το σύνολο της Ευρωζώνης- εξ ου και ακόμα βρισκόμαστε εντός του ευρώ, τόσο εμείς όσο και μια σειρά ακόμα κρατών ενώ εμφανώς δυσκολευόμαστε να ακολουθήσουμε το “γερμανικό ευρώ”. Άλλωστε από πότε η διαφωνία με τις – ετοιμόρροπες ούτως ή άλλως- αποφάσεις της συνόδου κορυφής σημαίνουν εθνική καταστροφή; Επί μιας συμφωνίας θα κληθούμε να αποφασίσουμε όχι επί του ευρώ, εκτός κι αν η κυβέρνηση ή κάποιοι άλλοι κύκλοι αποφασίσουν να μας ωθήσουν- τυχοδιωκτικά- εκτός του ευρώ!

Και επιπλέον γιατί δεν καταστράφηκαν μια σειρά λαών, μεταξύ των οποίων και ο γαλλικός, που καταψήφισαν πολύ σημαντικότερες συνθήκες, όπως αυτή της ευρωπαϊκής συνταγματικής συνθήκης; Το επιχείρημα ότι εμείς είμαστε αδύναμοι και στη γωνία, άρα με λιγότερα δικαιώματα στο ναι ή στο όχι, είναι αντί- ευρωπαϊκό και βαθύτατα ηττοπαθές. Επιχειρεί να καταστήσει την αδυναμία του πολιτικού και οικονομικού κατεστημένου να διαπραγματευθεί, αδυναμία του λαού.
Μόνο για τα κέντρα της διαπλοκής αλλά και τα παράκεντρα της ανωμαλίας το όχι σημαίνει – ή πρέπει να πειστούμε ότι θα σημάνει- εθνική καταστροφή.
Ο στυγνός αυτός εκβιασμός, που τα γνωστά ΜΜΕ της διαπλοκής ήδη προωθούν- το όχι εμφανίζεται ως μια αδιανόητη επιλογή- θα αποδειχθεί εξίσου ισοπεδωτικός και πολύ περισσότερο επικίνδυνος από μια μούντζα στην εξέδρα των επισήμων μιας παρέλασης.

Μέσα από μια στρατηγική έντασης, η διαμόρφωση του εκβιαστικού πλαισίου “ευρώ ή δραχμή” θα οδηγήσει μοιραία στην κυριαρχία των πλέον ακραίων φωνών που θα διαμορφώσουν ένα δίπολο αλληλό- κατηγοριών: από τη μια οι “δωσίλογοι” και από την άλλη οι “οπαδοί της χρεοκοπίας”. Θα προσπαθήσουν έτσι να πνίξουν κάθε δημιουργική συζήτηση και εν τέλει νηφάλια απόφαση. Εάν πετύχουν να θέσουν το παραπάνω εκβιαστικό πλαίσιο θα διαμορφώσουν μια παράταξη νικητών και μια παράταξη ηττημένων για πρώτη φορά μετά το 1949.

Τώρα και επί της ουσίας της συμφωνίας, στη βάση βεβαίως των αξόνων που γνωρίζουμε η απάντηση δεν μπορεί παρά να είναι ένα καθαρό όχι!
Όχι, διότι πισω από μια θετική πτυχή- το κούρεμα του χρέους- που έρχεται βέβαια με καθυστέρηση και ανεπάρκειες, κρύβει μια σειρά προβλέψεων που εμπεριέχουν το σπόρο της καταστροφής για τη χώρα και την ευρωζώνη.

Το ξήλωμα αυτής της συμφωνίας που μας καλούν να υπερψηφίσουμε ξεκίνησε ήδη από την τελευταία δημοπρασία ιταλικών δεκαετών ομολόγων. Όχι μόνο δε σταθεροποίησε το κόστος δανεισμού αλλά ήδη του έδωσε μια γερή ώθηση προς τα πάνω. Με τον ίδιο τρόπο ξεκίνησε και η αποδόμηση της συμφωνίας της 21ης Ιουλίου. Μόνο που το ξήλωμα -και- αυτής της τελευταίας συμφωνίας θα φέρει τη χώρα σε ακόμα χειρότερη κατάσταση, πιο κοντά στη χρεοκοπία, όπως έγινε και μετά την 21η Ιουλίου. Βασίζεται δε, σε μια άρρητη αποδοχή: στη γερμανοποίηση της Ευρώπης και μάλιστα στη σκληρή επιβολή των συμφερόντων της γερμανικής ελίτ. Στρατηγική που σε δύο περιπτώσεις οδήγησε σε παγκσμίους πολέμους και τώρα ωθεί το ευρωπαϊκό οικοδόμημα στη διάλυσή του.

Θυμίζω ότι παραμονές της τελευταίας συνόδου κορυφής αντί να απομακρυνθούμε από τον κίνδυνο της χρεοκοπίας είχαμε έλθει ακόμα πιο κοντά στη χρεοκοπία.
Η συμφωνία ξηλώνεται διεθνώς, διότι είναι ανεπαρκής και άρα καταστροφική, διότι εν μέσω κρίσης η ανεπάρκεια οδηγεί στην κατάρρευση του ευρώ. Η μέθοδος μόχλευσης του EFSF που προκρίνεται οδηγεί σε διόγκωση των χρεών και σε ακόμα πιο επικίνδυνη διάχυσή τους στην Ευρωζώνη. Ταυτόχρονα, η Ευρωζώνη εμμένει στην ίδια αδιέξοδη μονεταριστική και υφεσιακή πολιτική που μετατρέπει το ευρώ σε φυλακή των λαών.

Στα καθ' ημάς, η συμφωνία εμπεδώνει και εντείνει την ίδια υφεσιακή πολιτική που ωθεί την κοινωνία και εν τέλει τη χώρα σε μια μακρόσυρτη διαδικασία χρεοκοπίας, φορτώνοντας όλο το κόστος στις πλάτες του λαού, υπέρ του παρασιτισμού και του μεταπραττισμού.

Εντείνει τη στρατηγική της ανατολικοευρωπαιοποίησης- μαζικό ξεπούλημα δημοσίου πλούτου, ενδημική ανεργία, εκτεταμένη φτωχοποίηση, διάλυση του κοινωνικού ιστού, νομικός αφελληνισμός του χρέους μας προκειμένου να αποτελέσει ζουρλομανδύα εντός του οποίου θα δεθεί ο λαός και η χώρα. Εμμένει στην περαιτέρω παραγωγική αποδιάρθρωση της χώρας.

Διευρύνει τη δέσμευση της εθνικής και λαϊκής κυριαρχίας, πέραν των προβλεπομένων από τις συνθήκες ένταξής μας στην ΕΕ και στην ΟΝΕ. Ακυρώνεται έτσι η αυταξία των δύο αυτών αρχών ως θεμελίων λίθων του συντάγματός μας, προς όφελος του δόγματος της υποταγής και της ενοχής του λαού μας. Επιπλέον, ακυρώνεται κάθε προοπτική παραγωγικής ανασυγκρότησης της κοινωνίας μας, προς όφελος του λαού μας.

Προσομοιάζει με ευχολόγιο: είναι ανόητη μια πρόβλεψη σε βάθος δεκαετίας που αφενός βασίζεται στο σενάριο της τέλειας εφαρμογής όσων προβλέπει- πολλαπλά διαψευσθείσα παραδοχή- και που αφετέρου δε λαμβάνει υπόψιν μια σειρά παραγόντων- εξωγενών και ενδογενών- που ανά πάσα στιγμή μπορούν να την ανατρέψουν. Αν όλα ωστόσο πάνε καλά θα βρεθούμε με ένα χρέος της τάξης του 120% ΑΕΠ, μόνο που η χώρα θα είναι φτωχότερη, η ανεργία μεγαλύτερη, η κοινωνία εξαντλημένη και η παραγωγή αποδιαρθρωμένη έτι περαιτέρω. Δε φαντάζει ακριβώς ρόδινο το μέλλον μας...

Για όλους τους παραπάνω λόγους η απάντηση στο ερώτημα ναι ή όχι στη νέα συμφωνία της τελευταίας συνόδου κορυφής δεν μπορεί παρά να είναι ένα καθαρό όχι!
Ένα όχι πίσω από το οποίο προφανώς θα αθροιστούν εντελώς αντιφατικές ή και αντικρουόμενες δυνάμεις, όπως άλλωστε και πίσω από το ναι. Γι' αυτό απαιτείται νηφάλιος και συστηματικός διάλογος, ώστε να καταδειχθεί τι μπορεί να σημάνει το όχι εφόσον οι προοδευτικές δυνάμεις της κοινωνίας μας θα είναι αυτές που ηγεμονεύσουν το χώρο του “όχι”.


Πηγή: 
enet.gr

Δείτε επίσης